Ο FAO προειδοποιεί ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι περιορισμοί στις εξαγωγές εντείνουν τις ανατιμήσεις και την επισιτιστική ανασφάλεια.
Οι διαδοχικοί κραδασμοί στις παγκόσμιες αγορές γεωργικών προϊόντων και τροφίμων αυξάνονται τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας και τον καλύτερο συντονισμό των εμπορικών πολιτικών. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της έκθεσης «The State of Agricultural Commodity Markets 2026» του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).
Η αξία του παγκόσμιου εμπορίου τροφίμων και γεωργικών προϊόντων έχει πενταπλασιαστεί από το 2000, προσεγγίζοντας πλέον τα 2 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, όλο και περισσότερες χώρες εντάσσονται σε σύνθετα και αλληλεξαρτώμενα εμπορικά δίκτυα. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει την ταχύτερη μεταφορά τροφίμων στις περιοχές όπου παρουσιάζονται ελλείψεις, δημιουργεί όμως και αυξημένους κινδύνους μετάδοσης των κρίσεων από τη μία αγορά στην άλλη.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι αγορές καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα ευρύ φάσμα διαταραχών, από ακραία καιρικά φαινόμενα και φυσικές καταστροφές μέχρι πολεμικές συγκρούσεις, πανδημίες, χρηματοπιστωτικές κρίσεις και έντονες διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας. Παρότι το παγκόσμιο εμπόριο τροφίμων εμφανίζει σημαντική ικανότητα προσαρμογής και συνήθως αποκαθιστά την ισορροπία μέσα σε λίγους μήνες, οι αυξήσεις στις τιμές μπορεί να διατηρηθούν για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πολιτική που ακολουθούν οι μεγάλες εξαγωγικές χώρες. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές, οι οποίοι επιβάλλονται με στόχο την προστασία των εγχώριων αγορών, συχνά μεταφέρουν την αστάθεια στο διεθνές εμπόριο, μειώνουν τις διαθέσιμες ποσότητες και επιτείνουν την επισιτιστική ανασφάλεια στις φτωχότερες χώρες.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εμπορικές και προστατευτικές παρεμβάσεις εκτιμάται πως ευθύνονταν για περίπου το 45% της αύξησης της διεθνούς τιμής του ρυζιού και για το 30% της αντίστοιχης αύξησης στο σιτάρι κατά την κρίση τροφίμων του 2007-2008. Αντίθετα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι λιγότεροι και μικρότερης διάρκειας περιορισμοί επηρέασαν μόλις το 8% των θερμίδων που διακινούνταν διεθνώς, έναντι 16% στην προηγούμενη κρίση.
Οι χώρες που προμηθεύονται βασικά τρόφιμα από περιορισμένο αριθμό εξαγωγέων θεωρούνται περισσότερο ευάλωτες. Η διεύρυνση των εμπορικών εταίρων και η σύνδεση με ισχυρούς εμπορικούς κόμβους μπορούν, σύμφωνα με τον FAO, να περιορίσουν τις επιπτώσεις ενός σοκ και να επιταχύνουν την αποκατάσταση της αγοράς.
Διαφορές καταγράφονται και μεταξύ των βασικών προϊόντων. Οι αγορές σιταριού τείνουν να επανέρχονται ταχύτερα στην κανονικότητα, ενώ στο ρύζι οι διαταραχές διαρκούν περισσότερο και οι διακυμάνσεις των τιμών είναι εντονότερες, εξαιτίας του μικρότερου ποσοστού της παραγωγής που διακινείται μέσω του διεθνούς εμπορίου.
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη τον ρόλο των αποθεμάτων τροφίμων. Τα μεγάλα κρατικά αποθέματα για τη συγκράτηση των τιμών κρίνονται ιδιαίτερα δαπανηρά και συχνά μη βιώσιμα. Αντίθετα, μικρότερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης, σε συνδυασμό με στοχευμένα μέτρα κοινωνικής προστασίας, μπορούν να στηρίξουν αποτελεσματικά τα ευάλωτα νοικοκυριά χωρίς να προκαλούν σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά.
Σύμφωνα με τον FAO, η ανθεκτικότητα των αγορών δεν εξαρτάται μόνο από την παραγωγή και τις υποδομές, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές. Η διεθνής συνεργασία, η διαφάνεια, η διαφοροποίηση των εμπορικών σχέσεων και η αποφυγή μονομερών περιορισμών μπορούν να μειώσουν τη διάρκεια των κρίσεων και να προστατεύσουν εκατομμύρια ανθρώπους από την πείνα.