Η απόσυρση 93 δραστικών ουσιών μέσα σε επτά χρόνια, έναντι μόλις μίας νέας έγκρισης, εντείνει την ανησυχία για την προστασία των καλλιεργειών και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Με ολοένα λιγότερες διαθέσιμες λύσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι αγρότες τους εχθρούς, τις ασθένειες και τα ζιζάνια που απειλούν την παραγωγή τους. Μέσα στα τελευταία επτά χρόνια, 93 δραστικές ουσίες έπαψαν να είναι διαθέσιμες, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα εγκρίθηκε μόλις μία νέα δραστική ουσία.
Το αυξανόμενο αυτό χάσμα προκαλεί έντονο προβληματισμό στον αγροτικό κόσμο, καθώς περιορίζει τις επιλογές φυτοπροστασίας και καθιστά δυσκολότερη τη διαχείριση της ανθεκτικότητας των επιβλαβών οργανισμών. Παράλληλα, οι παραγωγοί βρίσκονται αντιμέτωποι με νέες αγρονομικές προκλήσεις, οι οποίες εντείνονται από την κλιματική αλλαγή, τις μεταβολές στις καλλιεργητικές συνθήκες και την εμφάνιση νέων παρασίτων και ασθενειών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Copa-Cogeca και η CropLife Europe συγκέντρωσαν υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, αγρότες και εκπροσώπους της αγροδιατροφικής αλυσίδας, με στόχο να αναδειχθεί η ανάγκη διατήρησης μιας αποτελεσματικής και ολοκληρωμένης εργαλειοθήκης για την προστασία των ευρωπαϊκών καλλιεργειών.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης εξετάστηκαν οι επιπτώσεις που έχει η σταδιακή συρρίκνωση των διαθέσιμων μέσων φυτοπροστασίας σε συγκεκριμένες καλλιέργειες. Οι συμμετέχοντες επισήμαναν ότι ο έλεγχος παρασίτων, ασθενειών και ζιζανίων γίνεται ολοένα δυσκολότερος, ιδιαίτερα όταν οι αγρότες δεν διαθέτουν εναλλακτικές δραστικές ουσίες με διαφορετικό τρόπο δράσης.
Η έλλειψη επιλογών, εκτός του ότι επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της φυτοπροστασίας, αυξάνει και τον κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικότητας, καθώς η επαναλαμβανόμενη χρήση περιορισμένου αριθμού προϊόντων μπορεί να καταστήσει ορισμένους εχθρούς και παθογόνους οργανισμούς δυσκολότερα αντιμετωπίσιμους. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερες απώλειες παραγωγής, αυξημένο κόστος και υποβάθμιση της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων.
Παράλληλα, η περιορισμένη πρόσβαση σε κατάλληλες λύσεις δημιουργεί κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Οι επιπτώσεις γίνονται περισσότερο αισθητές στις μικρότερες καλλιέργειες, για τις οποίες συχνά δεν υπάρχουν επαρκείς εναλλακτικές λύσεις ή ισχυρό εμπορικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη νέων προϊόντων.
Η απώλεια υφιστάμενων λύσεων δεν αντισταθμίζεται πλέον από την έγκαιρη εισαγωγή νέων καινοτομιών. Τα παράσιτα και οι ασθένειες, άλλωστε, δεν εξαφανίζονται όταν αποσύρεται μια δραστική ουσία. Αντίθετα, οι παραγωγοί συνεχίζουν να χρειάζονται ένα ευρύ και διαφοροποιημένο φάσμα εργαλείων, προσαρμοσμένο στις διαφορετικές καλλιέργειες, περιοχές και εποχές.
Ζητούμενο παραμένει η διατήρηση των υψηλών ευρωπαϊκών προτύπων προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό όμως με ταχύτερες, προβλέψιμες και επιστημονικά τεκμηριωμένες διαδικασίες αξιολόγησης των νέων λύσεων. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να καλύπτει τόσο τα βιολογικά όσο και τα συμβατικά προϊόντα φυτοπροστασίας, καθώς και τις νέες τεχνολογίες που μπορούν να ενισχύσουν την ολοκληρωμένη διαχείριση των καλλιεργειών.
Η προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου στην επιστημονική πρόοδο θεωρείται πλέον κρίσιμη προϋπόθεση για την προστασία της συγκομιδής, την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής γεωργίας. Χωρίς επαρκή και ασφαλή εργαλεία, οι αγρότες κινδυνεύουν να κληθούν να παράγουν περισσότερα και ποιοτικότερα τρόφιμα, έχοντας στη διάθεσή τους ολοένα λιγότερα μέσα.