Η τρίτη γενιά της ευδεμίδας απειλεί τις ώριμες ράγες, ενώ ωίδιο και βοτρύτης αυξάνουν τον κίνδυνο εκτεταμένων σηψιρριζιών πριν από τον τρύγο.
Σε αυξημένη επιφυλακή καλούνται να βρίσκονται οι αμπελουργοί στις πεδινές περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας, της Αχαΐας, της Ηλείας, της Μεσσηνίας και των νησιών του Ιονίου, καθώς η εμφάνιση της τρίτης γενιάς της ευδεμίδας συμπίπτει με μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για την παραγωγή.
Σύμφωνα με το νέο Δελτίο Γεωργικών Προειδοποιήσεων του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών Αχαΐας, η τρίτη πτήση του εντόμου ξεκίνησε στις πεδινές περιοχές κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου. Οι προνύμφες της συγκεκριμένης γενιάς προσβάλλουν τις ράγες την περίοδο της ωρίμανσης, δημιουργώντας πληγές που διευκολύνουν την εγκατάσταση μυκήτων και βακτηρίων. Έτσι, οι άμεσες ζημιές από το έντομο μπορεί να εξελιχθούν σε σοβαρές δευτερογενείς σήψεις, με σημαντικές απώλειες στην ποσότητα και την ποιότητα των σταφυλιών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα επιτραπέζια σταφύλια, όπου ακόμη και περιορισμένες αλλοιώσεις μπορούν να μειώσουν αισθητά την εμπορική αξία του προϊόντος. Αυξημένος θεωρείται επίσης ο κίνδυνος στους αμπελώνες στους οποίους είχαν ήδη καταγραφεί έντονες προσβολές από τη δεύτερη γενιά της ευδεμίδας.
Για την αντιμετώπιση του εντόμου συστήνονται επεμβάσεις με σκευάσματα που διαθέτουν ωοκτόνο δράση αμέσως μετά την παραλαβή του δελτίου ή με προνυμφοκτόνα φυτοπροστατευτικά προϊόντα κατά το διάστημα από 18 έως 26 Ιουλίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά τα χρονικά όρια ασφαλείας πριν από τον τρύγο.
Οι παραγωγοί καλούνται να πραγματοποιούν τακτικούς ελέγχους στους αμπελώνες τους, καθώς η ανάγκη και ο χρόνος επανάληψης μιας επέμβασης δεν είναι ίδιοι για όλες τις εκμεταλλεύσεις. Καθοριστικό ρόλο παίζουν το ύψος της προσβολής, η ποικιλία, η παραγωγική κατεύθυνση, το ιστορικό του αμπελώνα, το σκεύασμα που χρησιμοποιήθηκε και η προβλεπόμενη ημερομηνία συγκομιδής.
Την ίδια ώρα, επανέρχεται σε υψηλά για την εποχή επίπεδα η ανάπτυξη του ωιδίου, μετά την προσωρινή επιβράδυνση που προκάλεσαν οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Οι βότρυες παραμένουν ευάλωτοι, ενώ το σχίσιμο των προσβεβλημένων ραγών μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για την εγκατάσταση του βοτρύτη.
Για τον περιορισμό του κινδύνου δημιουργίας ανθεκτικών πληθυσμών του μύκητα, επισημαίνεται η ανάγκη ορθολογικής εναλλαγής ωιδιοκτόνων από διαφορετικές κατηγορίες. Η συχνότητα των εφαρμογών πρέπει να καθορίζεται με βάση την πίεση της ασθένειας και τη δραστική ουσία κάθε προϊόντος.
Οι καιρικές συνθήκες ευνοούν επίσης την εμφάνιση βοτρύτη ή τέφρας σήψης. Ο μύκητας εισέρχεται κυρίως από πληγές που προκαλούνται από καταιγίδες, χαλάζι, ανέμους, έντομα, πουλιά, ακανόνιστα ποτίσματα, ωίδιο ή ευδεμίδα. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη καταπολέμηση των δύο τελευταίων αποτελεί βασικό μέτρο προστασίας από τις σήψεις.
Παράλληλα, απαιτούνται καλλιεργητικές πρακτικές που περιορίζουν την υγρασία και βελτιώνουν τον αερισμό στο εσωτερικό των πρέμνων. Για τον βοτρύτη συνιστάται μία επέμβαση με εγκεκριμένο μυκητοκτόνο κατά την έναρξη της ωρίμανσης και μία δεύτερη τρεις έως τέσσερις εβδομάδες πριν από τον τρύγο.
Αντίθετα, στις πεδινές περιοχές το δυναμικό των πρωτογενών μολύνσεων από περονόσπορο θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί και οι παρούσες συνθήκες δεν ευνοούν νέες προσβολές. Κάθε φυτοπροστατευτική επέμβαση, ωστόσο, θα πρέπει να γίνεται με εγκεκριμένα προϊόντα, σύμφωνα με τις οδηγίες γεωπόνου και με πιστή τήρηση των αναγραφόμενων στην ετικέτα.