Η ελεγχόμενη βόσκηση περιορίζει την καύσιμη ύλη, δημιουργεί φυσικές αντιπυρικές ζώνες και μπορεί να στηρίξει ταυτόχρονα την κτηνοτροφία, τη βιοποικιλότητα και τις αγροτικές οικονομίες.

 

Σε ένα φυσικό περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ευάλωτο στις υψηλές θερμοκρασίες, στην παρατεταμένη ξηρασία και στα ακραία καιρικά φαινόμενα, η πρόληψη των δασικών πυρκαγιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε καθαρισμούς, αντιπυρικές ζώνες και μέσα καταστολής. Μια από τις παλαιότερες δραστηριότητες της υπαίθρου, η βόσκηση, επιστρέφει στο προσκήνιο ως ένα σημαντικό εργαλείο φυσικής διαχείρισης της καύσιμης ύλης.

Τα αιγοπρόβατα και τα βοοειδή καταναλώνουν χόρτα, χαμηλούς θάμνους και άλλη βλάστηση, η οποία, εάν παραμείνει ανεξέλεγκτη και αποξηρανθεί κατά τους θερινούς μήνες, μπορεί να λειτουργήσει ως εύφλεκτο υλικό. Με τον τρόπο αυτό, η ελεγχόμενη παρουσία των κοπαδιών μειώνει τη διαθέσιμη βιομάζα και δημιουργεί περιοχές με χαμηλότερη και αραιότερη βλάστηση.

Αυτά τα φυσικά «ρήγματα» στη συνέχεια της καύσιμης ύλης μπορούν να επιβραδύνουν την εξάπλωση μιας πυρκαγιάς και να μειώσουν την έντασή της. Παράλληλα, διευκολύνουν την πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων και καθιστούν αποτελεσματικότερες τις ήδη διαμορφωμένες αντιπυρικές ζώνες.

Η βόσκηση μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σύνθεση της βλάστησης. Η στοχευμένη εφαρμογή της, ιδιαίτερα την άνοιξη, περιορίζει ορισμένα χωροκατακτητικά ετήσια χόρτα και μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη αυτόχθονων φυτικών ειδών, τα οποία εμφανίζουν μικρότερη ευφλεκτότητα. Έτσι, δεν μειώνεται μόνο η ποσότητα της καύσιμης ύλης, αλλά τροποποιείται σταδιακά και το ίδιο το τοπίο, ώστε να γίνεται περισσότερο ανθεκτικό απέναντι στη φωτιά.

Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται ήδη σε περιοχές της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, όπου οι κτηνοτρόφοι οδηγούν τα ζώα τους σε στρατηγικά επιλεγμένες αντιπυρικές ζώνες. Στόχος είναι να διατηρούνται καθαρές οι εκτάσεις που έχουν προηγουμένως αποψιλωθεί ή αραιωθεί, ώστε να μην καλύπτονται ξανά από πυκνή βλάστηση.

Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα της βιολογικής εκμετάλλευσης Tenuta Paganico, στη νότια Τοσκάνη. Με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αποκαταστάθηκαν 5,82 εκτάρια αντιπυρικών ζωνών, καθαρίστηκαν νεκρά ξύλα και αραιώθηκαν δέντρα υψηλού κινδύνου. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν νέες εκτάσεις βόσκησης, συνδυάζοντας την προστασία του δάσους με τη στήριξη της κτηνοτροφικής δραστηριότητας.

Αντίστοιχα, τα ευρωπαϊκά έργα GrazeLIFE και LIFE Montserrat απέδειξαν ότι η οργανωμένη βόσκηση μπορεί να διακόψει τη συνέχεια της εύφλεκτης βλάστησης, να ενισχύσει τη βιοποικιλότητα και να δημιουργήσει νέες οικονομικές ευκαιρίες για τις τοπικές κοινωνίες. Στην περιοχή Montserrat της Καταλονίας, το πρόγραμμα κάλυψε περισσότερα από 42.000 εκτάρια, συνδυάζοντας τη βόσκηση με την αποκατάσταση ανοικτών οικοτόπων και τη μείωση της πυκνότητας των δασών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συγκεκριμένη προσέγγιση και για την Ελλάδα. Η αξιολόγηση Greek Wildfire Peer Review 2024 υπογραμμίζει ότι η επαναφορά της βόσκησης στη δασική διαχείριση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό της συσσώρευσης καύσιμης ύλης. Ταυτόχρονα, μπορεί να στηρίξει την αγροτική βιοοικονομία και να προσφέρει πρόσθετο εισόδημα σε κτηνοτρόφους και κατοίκους ορεινών και μειονεκτικών περιοχών.

Η λύση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην ανεξέλεγκτη παρουσία ζώων. Η υπερβόσκηση μπορεί να οδηγήσει σε διάβρωση των εδαφών, υποβάθμιση των οικοτόπων και απώλεια βιοποικιλότητας. Απαιτούνται επομένως επιστημονικός σχεδιασμός, καθορισμός της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής, εποχικότητα και συνεχής παρακολούθηση.

Μέσα από την ΚΑΠ μπορούν να χρηματοδοτηθούν ποιμαντικά συστήματα, γεωργοπεριβαλλοντικές παρεμβάσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες και συνεργασίες μεταξύ κτηνοτρόφων, δασικών υπηρεσιών και τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η ελεγχόμενη βόσκηση σίγουρα δεν είναι η λύση στο πρόβλημα των πυρκαγιών, μπορεί, όμως, να γίνει ένα κρίσιμο κομμάτι μιας ολοκληρωμένης πολιτικής πρόληψης, μετατρέποντας τα κοπάδια σε φυσικούς διαχειριστές του τοπίου και τους κτηνοτρόφους σε πολύτιμους συμμάχους για την προστασία των δασών.