Η Ευρώπη εντείνει τις προσπάθειες προστασίας απειλούμενων ειδών, καθώς φυτά, ζώα και επικονιαστές βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξανόμενες πιέσεις.
Τα απειλούμενα είδη, φυτά και ζώα που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, αποτελούν έναν από τους πιο ανησυχητικούς δείκτες της περιβαλλοντικής κρίσης στην Ευρώπη. Η απώλεια και η υποβάθμιση των φυσικών ενδιαιτημάτων, η ρύπανση, η κλιματική αλλαγή, αλλά και η εξάπλωση χωροκατακτητικών ξένων ειδών, δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για χιλιάδες οργανισμούς που στηρίζουν την ισορροπία των οικοσυστημάτων.
Η βιοποικιλότητα αποτελεί τη βάση για υγιή οικοσυστήματα, καθαρό νερό, γόνιμα εδάφη, επικονίαση των καλλιεργειών και, τελικά, για την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Η μείωσή της επηρεάζει άμεσα την παραγωγή τροφίμων, την ανθεκτικότητα της φύσης απέναντι στην κλιματική αλλαγή και την ποιότητα ζωής στις αγροτικές και αστικές περιοχές.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης, τουλάχιστον 1.677 από τα 15.060 επιβεβαιωμένα ευρωπαϊκά είδη απειλούνται με εξαφάνιση. Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες είναι τα σαλιγκάρια, τα μύδια και τα ψάρια, ενώ πάνω από τα μισά ενδημικά δέντρα της Ευρώπης βρίσκονται επίσης σε κίνδυνο. Αντίστοιχα, σοβαρές πιέσεις δέχεται και σημαντικό ποσοστό αμφιβίων και ερπετών.
Στα πιο απειλούμενα θηλαστικά της Ευρώπης συγκαταλέγονται η αρκτική αλεπού, το ευρωπαϊκό βιζόν, η μεσογειακή φώκια Monachus, η φάλαινα του Βόρειου Ατλαντικού και η πολική αρκούδα. Την ίδια ώρα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η υποχώρηση των επικονιαστών, καθώς ένα στα δέκα ευρωπαϊκά είδη μελισσών και πεταλούδων απειλείται με εξαφάνιση. Η εξέλιξη αυτή έχει άμεση σχέση με τη γεωργία και την ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, 36 είδη έχουν ήδη εξαφανιστεί στην Ευρώπη από το 2015. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται ψάρια γλυκού νερού και το σαλιγκάρι Graecoanatolica macedonica, μοναδικό για τη λίμνη Δοϊράνη, στα σύνορα Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας.

Μπροστά σε αυτές τις απειλές, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ενισχύσει το θεσμικό πλαίσιο προστασίας της φύσης. Η Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 και ο νέος νόμος για την αποκατάσταση της φύσης στοχεύουν στην επαναφορά υποβαθμισμένων οικοτόπων και στη διατήρηση των ειδών.
Το ζητούμενο, πλέον, είναι οι δεσμεύσεις να μετατραπούν σε πράξη. Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν αφορά μόνο τη φύση, αλλά και την οικονομία, τη γεωργία, την υγεία και το μέλλον των επόμενων γενεών.
