Ο δείκτης του FAO υποχώρησε τον Ιούνιο, όμως οι διεθνείς αγορές παραμένουν εύθραυστες, με το Ελ Νίνιο, τις συγκρούσεις και το κόστος παραγωγής να διατηρούν την αβεβαιότητα.
Μικρή αποκλιμάκωση κατέγραψαν τον Ιούνιο οι διεθνείς τιμές των τροφίμων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι οι πιέσεις στις αγορές έχουν εκλείψει. Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO διαμορφώθηκε στις 130,3 μονάδες, μειωμένος κατά 0,3% σε σχέση με τον Μάιο, αλλά παραμένοντας 2,2% υψηλότερα από το αντίστοιχο επίπεδο του προηγούμενου έτους.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Η συνολική υποχώρηση του δείκτη οφείλεται κυρίως στις χαμηλότερες διεθνείς τιμές των δημητριακών, της ζάχαρης και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Αντίθετα, ανοδικά κινήθηκαν οι τιμές των φυτικών ελαίων και του κρέατος, επιβεβαιώνοντας ότι οι επιμέρους αγορές τροφίμων δεν ακολουθούν ενιαία πορεία, αλλά επηρεάζονται από διαφορετικούς παράγοντες: την προσφορά, τη ζήτηση, τις καιρικές συνθήκες, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, το κόστος ενέργειας και τις γεωπολιτικές εντάσεις.
Ιδιαίτερο βάρος στην αποκλιμάκωση είχαν τα δημητριακά. Ο σχετικός δείκτης του FAO μειώθηκε κατά 3,5% σε μηνιαία βάση, αν και παρέμεινε 2,7% υψηλότερος σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Οι διεθνείς τιμές του σιταριού υποχώρησαν κατά 4,4%, καθώς η ταχεία πρόοδος της συγκομιδής και οι θετικές προοπτικές εφοδιασμού στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας περιόρισαν τις ανησυχίες που προκαλούν οι συνθήκες σε άλλες παραγωγικές ζώνες, όπως η Αυστραλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Πτωτικά κινήθηκε και ο αραβόσιτος, με μείωση 6,2%, λόγω των προσδοκιών για άφθονες προμήθειες από τη Νότια Αμερική και της ασθενέστερης ζήτησης για αιθανόλη.
Ωστόσο, η αγορά ρυζιού κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Δείκτης Τιμών Ρυζιού του FAO αυξήθηκε κατά 3,2%, καθώς ενισχύθηκε η ασιατική ζήτηση για ρύζι Indica, ενώ οι καιρικές ανησυχίες και το αυξημένο κόστος παραγωγής, μεταφοράς και εμπορίας στήριξαν τις τιμές μη αρωματικών ποικιλιών. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ακόμη και μέσα στην ίδια κατηγορία τροφίμων, οι πιέσεις μπορεί να διαφοροποιούνται έντονα.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα φυτικά έλαια, με τον σχετικό δείκτη να αυξάνεται κατά 3,8% από τον Μάιο. Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στις υψηλότερες τιμές φοινικέλαιου και κραμβέλαιου, οι οποίες στηρίχθηκαν από την ισχυρότερη ζήτηση για βιοκαύσιμα. Αντίθετα, οι τιμές του σογιέλαιου υποχώρησαν, χωρίς όμως να ανατρέψουν τη συνολική ανοδική τάση της κατηγορίας.
Σημαντική εξέλιξη αποτελεί και η νέα άνοδος στις τιμές του κρέατος. Ο Δείκτης Τιμών Κρέατος του FAO αυξήθηκε κατά 0,5%, φτάνοντας σε νέο ιστορικό υψηλό. Η αύξηση συνδέεται κυρίως με τις τιμές του κρέατος πουλερικών, καθώς η εγχώρια διαθεσιμότητα σε ορισμένες αγορές ήταν προσωρινά πιο περιορισμένη, μετά τις προσαρμογές της παραγωγής που είχαν προηγηθεί λόγω υπερπροσφοράς. Αντίθετα, οι διεθνείς τιμές του χοιρινού και του βοείου κρέατος κινήθηκαν χαμηλότερα.
Στα γαλακτοκομικά, η εικόνα ήταν καθοδική. Ο δείκτης μειώθηκε κατά 1,5%, επηρεασμένος από τις χαμηλότερες τιμές στο αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη, στο πλήρες γάλα σε σκόνη και στο βούτυρο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ενδέκατη συνεχόμενη μηνιαία πτώση των διεθνών τιμών τυριού, καθώς οι εξαγωγικές προμήθειες εξακολουθούν να υπερβαίνουν την παγκόσμια ζήτηση εισαγωγών.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πτώση στη ζάχαρη, όπου ο δείκτης μειώθηκε κατά 5,7%. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι χαμηλότερες εγχώριες τιμές αιθανόλης στη Βραζιλία, καθώς και η υποτίμηση του βραζιλιάνικου ρεάλ. Παρ’ όλα αυτά, η πτώση περιορίστηκε από τις ανησυχίες για τις πιθανές επιπτώσεις του Ελ Νίνιο στην παραγωγή ζάχαρης στην Ινδία και την Ταϊλάνδη.
Την ίδια ώρα, οι προβλέψεις του FAO για την παγκόσμια συγκομιδή δημητριακών παραμένουν ισχυρές. Η συνολική παραγωγή σιτηρών για το 2026 εκτιμάται στους 2.983 εκατομμύρια τόνους, επίπεδο που θεωρείται το δεύτερο υψηλότερο στην ιστορία, αν και 1,9% χαμηλότερο από το περσινό ρεκόρ. Η παραγωγή σιταριού αναμένεται να μειωθεί κατά 4,3%, στους 806,5 εκατομμύρια τόνους, ενώ η παραγωγή ρυζιού προβλέπεται επίσης χαμηλότερη σε σχέση με το ιστορικό υψηλό της προηγούμενης περιόδου.
Για τις αγορές, αλλά και για χώρες όπως η Ελλάδα, που επηρεάζονται άμεσα από τις διεθνείς τιμές εισαγόμενων πρώτων υλών, ζωοτροφών και αγροτικών εμπορευμάτων, υπάρχει μια πρόσκαιρη ανάσα, αλλά όχι ασφάλεια. Οι άφθονες προμήθειες και η πρόοδος των συγκομιδών στηρίζουν τη σταθερότητα, όμως το Ελ Νίνιο, οι συγκρούσεις, οι υψηλές τιμές εισροών και οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν γρήγορα να αλλάξουν την εικόνα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, πέρα από τις τιμές, είναι ότι 41 χώρες και εδάφη παγκοσμίως εξακολουθούν να χρειάζονται εξωτερική βοήθεια για τρόφιμα, με τις 31 από αυτές να βρίσκονται στην Αφρική. Οι συγκρούσεις και η ανασφάλεια παραμένουν οι βασικοί παράγοντες οξείας επισιτιστικής κρίσης, ενώ οι καιρικές μεταβολές και το κόστος παραγωγής επιβαρύνουν περαιτέρω τις πιο ευάλωτες περιοχές.
Έτσι, η μικρή πτώση του δείκτη δεν αρκεί για εφησυχασμό. Αντίθετα, επιβεβαιώνει ότι η διαφάνεια στις αγορές, η έγκαιρη πληροφόρηση και το σταθερό διεθνές εμπόριο παραμένουν κρίσιμα εργαλεία για την επισιτιστική ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των αγροδιατροφικών συστημάτων.