Οι νέες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις αναδεικνύουν τις προστατευόμενες περιοχές σε μοχλό βιώσιμου τουρισμού, ανάπτυξης και απασχόλησης για τις τοπικές κοινωνίες.
Νέες προοπτικές για την ανάπτυξη του βιώσιμου τουρισμού στις προστατευόμενες περιοχές της Ευρώπης δημιουργούν οι κατευθυντήριες γραμμές που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το δίκτυο Natura 2000. Κεντρικός στόχος είναι να συνδυαστεί η προστασία των πολύτιμων οικοτόπων και ειδών με την οικονομική δραστηριότητα, την επισκεψιμότητα και τη δημιουργία εισοδήματος για τις τοπικές κοινωνίες.
Το Natura 2000 αποτελεί το μεγαλύτερο συντονισμένο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών στον κόσμο, περιλαμβάνοντας περισσότερες από 27.000 τοποθεσίες στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καλύπτει σχεδόν το ένα πέμπτο της χερσαίας έκτασης της ΕΕ και περισσότερο από το 10% των ευρωπαϊκών θαλάσσιων περιοχών.
Η ένταξη μιας περιοχής στο δίκτυο δεν συνεπάγεται απαγόρευση κάθε ανθρώπινης ή οικονομικής δραστηριότητας. Αντίθετα, επιτρέπει την ανάπτυξη του τουρισμού, της αναψυχής και άλλων δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύονται οι στόχοι διατήρησης της φύσης. Αυτή ακριβώς την ισορροπία επιχειρούν να υπηρετήσουν οι νέες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Η σημασία του εγχειρήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς ο τουρισμός συνεισφέρει περίπου το 7,1% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της ευρωπαϊκής οικονομίας, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 807 δισ. ευρώ για το 2024, ενώ στηρίζει περισσότερες από 20 εκατομμύρια θέσεις εργασίας.
Ειδικά στις περιοχές Natura 2000, η δραστηριότητα των επισκεπτών εκτιμάται ότι αποφέρει από 50 έως 85 δισ. ευρώ ετησίως και στηρίζει έως και δύο εκατομμύρια ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης. Τα οφέλη είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις αγροτικές, παράκτιες και ορεινές περιοχές, όπου συχνά υπάρχουν περιορισμένες εναλλακτικές πηγές εισοδήματος.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, το λεγόμενο «παράδοξο της διατήρησης». Μια καλά προστατευμένη και οργανωμένη περιοχή προσελκύει περισσότερους επισκέπτες, αλλά η αύξηση της επισκεψιμότητας μπορεί να προκαλέσει πιέσεις ακριβώς στους οικοτόπους και στα είδη που την καθιστούν ελκυστική.
Η ανεξέλεγκτη κίνηση επισκεπτών ενδέχεται να οδηγήσει σε ρύπανση, υποβάθμιση οικοτόπων, όχληση της άγριας ζωής και εξάντληση φυσικών πόρων. Για τον λόγο αυτό προτείνεται ένα οργανωμένο πλαίσιο, το οποίο περιλαμβάνει τον εντοπισμό των πιέσεων και των πιθανών οφελών, την αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής, την ενημέρωση των επισκεπτών και την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων διαχείρισης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον οικοτουρισμό, δηλαδή σε μορφές υπεύθυνων ταξιδιών που προστατεύουν το περιβάλλον και επιστρέφουν μέρος της οικονομικής αξίας στις τοπικές κοινότητες. Ξεναγήσεις, πεζοπορικές διαδρομές, παρατήρηση πουλιών, τοπική γαστρονομία, αγροτουριστικές μονάδες και ψηφιακά εργαλεία ενημέρωσης μπορούν να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο και ποιοτικό τουριστικό προϊόν.
Για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει εξαιρετικά πλούσια βιοποικιλότητα και μεγάλο αριθμό παράκτιων, νησιωτικών, ορεινών και υγροτοπικών οικοσυστημάτων, οι νέες κατευθύνσεις αποτελούν σημαντική ευκαιρία. Η προστασία της φύσης μπορεί να συνδεθεί με την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και την ανάπτυξη της υπαίθρου.
Ανάλογες δυνατότητες υπάρχουν και στην Αιτωλοακαρνανία, με τις λίμνες, τις λιμνοθάλασσες, τα ποτάμια, τους ορεινούς όγκους και τα παράκτια οικοσυστήματα να μπορούν να στηρίξουν ήπιες μορφές τουρισμού. Το ζητούμενο είναι η συνεργασία της αυτοδιοίκησης, των φορέων διαχείρισης, των επαγγελματιών, των αγροτών και των τοπικών κοινωνιών, ώστε η φυσική κληρονομιά να μετατραπεί σε σταθερό αναπτυξιακό πλεονέκτημα, χωρίς να χαθεί ο χαρακτήρας που την καθιστά μοναδική.