Ωίδιο, βοτρύτης, όξινη σήψη και ευδεμίδα απειλούν τα σταφύλια κατά την κρίσιμη περίοδο της ωρίμασης – Συνεχείς έλεγχοι και προληπτική προστασία συστήνονται στους παραγωγούς.
Σε αυξημένη επιφυλακή καλούνται να βρίσκονται οι αμπελουργοί, καθώς τα σταφύλια περνούν στο κρίσιμο στάδιο του «γυαλίσματος», της αλλαγής χρώματος και της έναρξης της ωρίμασης. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η υγρασία, οι τραυματισμοί των ραγών και η δραστηριότητα εντόμων δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εμφάνιση σοβαρών ασθενειών και εχθρών, οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες λίγο πριν από τον τρύγο.
Σύμφωνα με τα νέα τεχνικά δελτία του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Βόλου, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για το ωίδιο. Η προστασία των σταφυλιών πρέπει να συνεχίζεται τουλάχιστον μέχρι το στάδιο του γυαλίσματος των ραγών, κυρίως σε περιοχές όπου η ασθένεια εμφανίζεται συστηματικά και σε ευαίσθητες ποικιλίες. Η αντιμετώπιση είναι κατά βάση προληπτική, καθώς μετά την εκδήλωση έντονων προσβολών η καταπολέμηση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη και όχι πάντοτε αποτελεσματική.
Σημαντική απειλή αποτελεί και ο βοτρύτης, με σοβαρότερη μορφή τη σήψη των ώριμων σταφυλιών. Ο κίνδυνος αυξάνεται σε δροσερές και υγρές περιοχές, αλλά και όταν οι ράγες έχουν τραυματιστεί από ωίδιο, ευδεμίδα, άλλα έντομα, χαλάζι, ισχυρούς ανέμους, πουλιά ή ακανόνιστα ποτίσματα.
Για τον περιορισμό του βοτρύτη προτείνονται η σωστή διαχείριση της κόμης με βλαστολόγημα και ξεφύλλισμα, η αποφυγή υπερβολικής άρδευσης και η αποτελεσματική προστασία των σταφυλιών από ασθένειες και έντομα που δημιουργούν πληγές. Σε αμπελώνες με ιστορικό προσβολών μπορεί να απαιτηθεί επέμβαση στην έναρξη της ωρίμασης και δεύτερη εφαρμογή τρεις έως τέσσερις εβδομάδες πριν από τον τρύγο, πάντοτε με εγκεκριμένα σκευάσματα και υπό την καθοδήγηση γεωπόνου.
Κατά την ίδια περίοδο μπορεί να εμφανιστεί και η όξινη σήψη, μια ασθένεια που οφείλεται σε σύμπλοκο βακτηρίων και σακχαρομυκήτων και εισέρχεται στις ράγες μέσω πληγών. Η σήψη εξαπλώνεται γρήγορα και ενδέχεται να καταστρέψει ολόκληρο το σταφύλι. Βασικός φορέας μετάδοσης θεωρείται η μύγα του ξυδιού, η παρουσία της οποίας στον αμπελώνα αποτελεί ένδειξη πιθανού προβλήματος.
Παράλληλα, οι παραγωγοί πρέπει να παρακολουθούν συμπτώματα ξήρανσης της ράχης, της σοβαρότερης μη παρασιτικής πάθησης του αμπελιού. Η εμφάνισή της συνδέεται με διαταραχή στην ισορροπία καλίου, ασβεστίου και μαγνησίου. Για την πρόληψη συστήνονται ισορροπημένη λίπανση, αποφυγή υπερβολικών καλιούχων λιπασμάτων, σωστά κλαδέματα και ορθολογική άρδευση.
Στο μέτωπο των εντόμων, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην ευδεμίδα. Στις περιοχές όπου λειτουργεί εκτεταμένο δίκτυο φερομονικών παγίδων, η δεύτερη πτήση του εντόμου παρουσιάζει σταδιακή υποχώρηση και οι συλλήψεις παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, οι υψηλές θερμοκρασίες αναμένεται να επιταχύνουν τη δραστηριότητά του, ενώ σε παραθαλάσσιους αμπελώνες δεν αποκλείεται να έχει ήδη αρχίσει η τρίτη πτήση.
Σε περιοχές χωρίς οργανωμένο δίκτυο παγίδων, οι αμπελουργοί οφείλουν να βασίζονται στις παγίδες των δικών τους αμπελώνων και σε συχνούς επιτόπιους ελέγχους. Η αύξηση ή η διατήρηση των συλλήψεων σε υψηλά επίπεδα δείχνει έντονη δραστηριότητα και ανάγκη συνέχισης της προστασίας. Η επέμβαση πρέπει να γίνεται προληπτικά, πριν οι νεαρές προνύμφες εισέλθουν στις ράγες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ορθολογική χρήση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι παραγωγοί πρέπει να τηρούν αυστηρά τις εγκεκριμένες δόσεις, τη συνδυαστικότητα, τον κίνδυνο φυτοτοξικότητας και κυρίως το χρονικό διάστημα μεταξύ τελευταίας επέμβασης και συγκομιδής. Τα συμπτώματα δεν πρέπει να διαγιγνώσκονται αποκλειστικά από φωτογραφίες, αλλά να αξιολογούνται από εξειδικευμένους γεωπόνους.
Η συχνή επίσκεψη στον αμπελώνα αποτελεί, σε αυτή τη φάση, το βασικότερο μέτρο πρόληψης. Η έγκαιρη διαπίστωση μιας προσβολής μπορεί να προστατεύσει την παραγωγή, να περιορίσει το κόστος και να μειώσει την επιβάρυνση του περιβάλλοντος.