Οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις παραμένουν η βάση του ευρωπαϊκού αγροτικού μοντέλου, όμως η γη και η παραγωγή συγκεντρώνονται ολοένα περισσότερο σε λιγότερες και μεγαλύτερες μονάδες.

 

Μια γεωργία που εξακολουθεί να έχει βαθιές οικογενειακές ρίζες, αλλά ταυτόχρονα αλλάζει με ταχύτητα ως προς το μέγεθος, την παραγωγική της δομή και τη συγκέντρωση της γης, αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και τις γεωργικές εκτάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα δεδομένα, που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο του 2026 και φθάνουν έως το 2023, δείχνουν έναν τομέα σε μετάβαση, όπου η παραδοσιακή οικογενειακή γεωργία παραμένει κυρίαρχη αριθμητικά, αλλά το οικονομικό βάρος μετατοπίζεται σταθερά προς μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Το 2023, στην ΕΕ καταγράφονταν περίπου 8,8 εκατομμύρια γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις εξακολουθούν να αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα, καθώς αντιπροσώπευαν περίπου το 93% του συνόλου, σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη καταγραφή του 2020. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι, παρά τις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές, η ευρωπαϊκή γεωργία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην οικογένεια, στην προσωπική εργασία και στη συνέχεια των γενεών.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια έντονη ανισορροπία ως προς το μέγεθος και την οικονομική συμβολή των εκμεταλλεύσεων. Σχεδόν τα δύο τρίτα των αγροκτημάτων, ποσοστό 62,8%, έχουν έκταση μικρότερη των 5 εκταρίων. Αντιθέτως, μόλις το 7,6% των εκμεταλλεύσεων ξεπερνά τα 50 εκτάρια. Παρ’ όλα αυτά, αυτές οι μεγαλύτερες μονάδες διαχειρίζονται πάνω από τα δύο τρίτα της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης της ΕΕ, δηλαδή το 68,3%. Με άλλα λόγια, οι μικρές εκμεταλλεύσεις είναι οι περισσότερες, αλλά οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της γης.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η οικονομική παραγωγή. Περίπου 2,9 εκατομμύρια εκμεταλλεύσεις θεωρούνται πολύ μικρές, συχνά ημι-αυτοσυντηρούμενες, και παράγουν συνολικά μόλις το 1% της γεωργικής οικονομικής παραγωγής της ΕΕ. Άλλα 2,5 εκατομμύρια αγροκτήματα εντάσσονται στην κατηγορία των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων, με συλλογική συμμετοχή 3,4% στην παραγωγή. Στον αντίποδα, περίπου 330.000 μεγάλες γεωργικές επιχειρήσεις, που αποτελούν μόνο το 3,8% του συνόλου, παράγουν το 60,1% της συνολικής γεωργικής οικονομικής παραγωγής.

Η συγκέντρωση αυτή δεν αφορά μόνο τη γη και το εισόδημα, αλλά και τον τρόπο παραγωγής. Σχεδόν το 60% των εκμεταλλεύσεων της ΕΕ θεωρείται εξειδικευμένο, δηλαδή βασίζει τουλάχιστον τα δύο τρίτα της παραγωγής ή του οικονομικού της μεγέθους σε μία δραστηριότητα. Η καλλιέργεια αγρού κυριαρχεί, αντιπροσωπεύοντας το 35% όλων των εκμεταλλεύσεων, ενώ οι εξειδικευμένες κτηνοτροφικές μονάδες φθάνουν το 20,6%. Παράλληλα, οι μικτές εκμεταλλεύσεις, που συνδυάζουν φυτική και ζωική παραγωγή ή άλλες δραστηριότητες, αντιπροσωπεύουν περίπου το 20%.

Σε επίπεδο χρήσης γης, οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις της ΕΕ διαχειρίστηκαν το 2023 περίπου 156,2 εκατομμύρια εκτάρια χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης. Η έκταση αυτή αντιστοιχεί στο 38,1% της συνολικής επιφάνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις περιλαμβάνονται ακόμη 31,2 εκατομμύρια εκτάρια άλλων εκτάσεων, όπως δασικές ή αχρησιμοποίητες γεωργικές γαίες.

Η πιο καθοριστική τάση, ωστόσο, είναι η μείωση του αριθμού των εκμεταλλεύσεων. Μεταξύ 2005 και 2023, η ΕΕ έχασε περίπου 5,6 εκατομμύρια γεωργικές εκμεταλλεύσεις, δηλαδή σχεδόν το 39% του συνόλου. Η μείωση δεν ήταν ομοιόμορφη σε όλα τα κράτη-μέλη, αλλά εμφανίστηκε ιδιαίτερα έντονη σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η Πολωνία. Το πλήγμα αφορούσε κυρίως τις μικρότερες εκμεταλλεύσεις: όσες είχαν λιγότερα από 5 εκτάρια μειώθηκαν κατά 4,9 εκατομμύρια. Αντιθέτως, οι εκμεταλλεύσεις άνω των 100 εκταρίων αυξήθηκαν κατά 75.000.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η μεγάλη αυτή μείωση στον αριθμό των αγροκτημάτων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη μείωση της γεωργικής γης. Η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση περιορίστηκε μόλις κατά 0,6%. Αυτό δείχνει ότι δεν εγκαταλείπεται συνολικά η γη, αλλά περνά σταδιακά σε λιγότερα και μεγαλύτερα σχήματα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΚΑΠ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα, τη βιωσιμότητα και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής στην ύπαιθρο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή γεωργία παραμένει οικογενειακή στην ταυτότητά της, αλλά γίνεται ολοένα πιο συγκεντρωμένη στην πράξη.

Το ερώτημα πλέον είναι πόσες και κυρίως ποιες αγροτικές εκμεταλλεύσεις μπορούν να επιβιώσουν, να επενδύσουν και να κρατήσουν ζωντανή την ύπαιθρο.