Με την απελευθέρωση του ωφέλιμου εντόμου Amitus hesperidum συνεχίζεται στην Αιτωλοακαρνανία το πρόγραμμα βιολογικής αντιμετώπισης του επικίνδυνου εχθρού των εσπεριδοειδών.
Συνεχίζεται στην Περιφερειακή Ενότητα Αιτωλοακαρνανίας το πρόγραμμα βιολογικής καταπολέμησης του μαύρου ακανθώδη αλευρώδη, ενός επιβλαβούς εντόμου που προκαλεί σοβαρές προσβολές, κυρίως σε εσπεριδοειδή. Το Τμήμα Ποιοτικού-Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου και Φυτοπροστασίας της ΔΑΟ Αιτωλοακαρνανίας ενημέρωσε ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος περιορισμού της εξάπλωσης του Aleurocanthus spiniferus, το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο προχώρησε σε νέα τοποθέτηση και απελευθέρωση ωφέλιμου εντόμου στην περιοχή.
Η δράση πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του Δρ. Παναγιώτη Μυλωνά, γεωπόνου-εντομολόγου, Διευθυντή Ερευνών του Εργαστηρίου Βιολογικής Καταπολέμησης και Γενικού Διευθυντή του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου. Αυτή τη φορά χρησιμοποιήθηκε το παρασιτοειδές Amitus hesperidum, φυσικός εχθρός του μαύρου ακανθώδη αλευρώδη, το οποίο κατάγεται επίσης από τη Νοτιοανατολική Ασία.
Το συγκεκριμένο ωφέλιμο έντομο εντοπίστηκε και συλλέχθηκε τον Οκτώβριο του 2025, στη διάρκεια εξερευνητικής αποστολής του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου στην Ιαπωνία. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε σε θερμοκήπιο βιοασφάλειας, ώστε να αξιοποιηθεί ελεγχόμενα στο πρόγραμμα βιολογικής καταπολέμησης.
Ο τρόπος δράσης του Amitus hesperidum είναι παρόμοιος με εκείνον του Encarsia smithi, το οποίο είχε απελευθερωθεί τα προηγούμενα χρόνια στον νομό. Παρασιτεί κυρίως τα νεαρά προνυμφικά στάδια του μαύρου ακανθώδη αλευρώδη, ιδιαίτερα το πρώτο και το δεύτερο στάδιο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σε άλλες χώρες έχει δώσει σημαντικά αποτελέσματα, ιδίως όταν οι πληθυσμοί του αλευρώδη είναι υψηλοί.
Η εγκατάσταση έγινε με τοποθέτηση δενδρυλλίων εσπεριδοειδών που έφεραν παρασιτισμένες προνύμφες. Τα σημεία εξαπόλυσης επιλέχθηκαν με βάση την ύπαρξη προσβολής αλλά και την προϋπόθεση να μην υπάρξει χρήση εντομοκτόνων που θα μπορούσαν να βλάψουν το ωφέλιμο έντομο.
Παράλληλα, οι ερευνητές συνεχίζουν την παρακολούθηση της εγκατάστασης του Encarsia smithi, ενώ εξετάζουν και την αποτελεσματικότητα του Eretmocerus sp., ενός ακόμη παρασιτοειδούς που εκτιμάται ότι είναι ιθαγενές στην περιοχή.