Βιωσιμότητα, χρηματοδότηση και ΚΑΠ μετά το 2027 στο επίκεντρο του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας – Όσα συζήτησαν οι υπουργοί κατά την πρώτη ημέρα του Συμβουλίου και η σημερινή ατζέντα.  

 

Στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών διεργασιών για τον πρωτογενή τομέα βρέθηκαν η βιώσιμη αλιεία, η αναθεώρηση της κοινής αλιευτικής πολιτικής και οι προτάσεις για τη μελλοντική ΚΑΠ, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας που πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Ιουνίου 2026. Οι συζητήσεις ανέδειξαν τόσο την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τις σοβαρές προκλήσεις που παραμένουν για την αλιεία, την υδατοκαλλιέργεια και τη γεωργία.

Κατά την πρώτη ημέρα των εργασιών, η ατζέντα επικεντρώθηκε στην αλιεία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την ετήσια ανακοίνωσή της για την κατάσταση της κοινής αλιευτικής πολιτικής και τις κατευθύνσεις που θα ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό των αλιευτικών δυνατοτήτων του 2027. Η διαδικασία αυτή αποτελεί την αφετηρία για τις ετήσιες αποφάσεις σχετικά με τα συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα και τις ποσοστώσεις, ζήτημα με άμεσες συνέπειες για τους αλιείς, τις παράκτιες κοινότητες και την αγορά αλιευτικών προϊόντων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η ΕΕ εξακολουθεί να κινείται προς την κατεύθυνση της βιώσιμης αλιείας, με μείωση της αλιευτικής πίεσης σε αρκετές θαλάσσιες λεκάνες και με περισσότερα ιχθυαποθέματα να διαχειρίζονται πλέον σε βιώσιμα επίπεδα. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία. Ιδιαίτερα στη Βαλτική Θάλασσα, τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, η αποκατάσταση ορισμένων αποθεμάτων παραμένει αργή, ενώ η κλιματική αλλαγή, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και η αστάθεια των αγορών επιτείνουν την πίεση στον κλάδο.

Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι αποφάσεις για τις αλιευτικές δυνατότητες πρέπει να συνεχίσουν να βασίζονται στις καλύτερες διαθέσιμες επιστημονικές γνωμοδοτήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, οι υπουργοί έθεσαν στο τραπέζι την ανάγκη να ληφθούν υπόψη η ανθεκτικότητα, η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία του τομέα, ώστε οι περιβαλλοντικοί στόχοι να συμβαδίζουν με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα των αλιευτικών κοινοτήτων.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η συζήτηση για την αξιολόγηση του κανονισμού της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ο οποίος διαμορφώνει το βασικό πλαίσιο βιώσιμης διαχείρισης της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας μετά τη μεταρρύθμιση του 2013. Οι υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για το πώς η πολιτική αυτή μπορεί να αποδίδει πιο ισορροπημένα αποτελέσματα, συνδυάζοντας περιβαλλοντικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους. Ζητούμενο παραμένει η καλύτερη εφαρμογή των κανόνων στην πράξη, αλλά και η δυνατότητα προσαρμογής της πολιτικής στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται.

Στο ίδιο πλαίσιο, εξετάστηκε και η πορεία των εργασιών για τον κανονισμό που αφορά τους όρους στήριξης της Ένωσης στους τομείς της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της θαλάσσιας πολιτικής για την περίοδο 2028-2034. Ο κανονισμός αυτός συνδέεται με το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και καθορίζει τους όρους χρηματοδότησης, την επιλεξιμότητα των παρεμβάσεων και τους κανόνες παραδεκτού των αιτήσεων.

Όπως επισημάνθηκε, κατά το τελευταίο εξάμηνο υπήρξε σημαντική πρόοδος στον συγκεκριμένο φάκελο. Η κυπριακή Προεδρία επιχείρησε, μέσα από συμβιβαστικές προτάσεις, να απαντήσει σε βασικές ανησυχίες των κρατών μελών, δίνοντας έμφαση στη στήριξη της ΚΑλΠ, στην υδατοκαλλιέργεια, στη χρηματοδότηση του ελέγχου της αλιείας και στη συλλογή δεδομένων. Παράλληλα, αποσαφηνίστηκαν ζητήματα που συνδέονται με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις επιδοτήσεις στον τομέα της αλιείας, συμφωνία η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2025.

Παρά την πρόοδο, παραμένουν ανοιχτά σημαντικά ζητήματα, κυρίως σε σχέση με τη στήριξη επενδύσεων σε αλιευτικά σκάφη και τη σύνδεσή τους με την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές. Το θέμα αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς η ενεργειακή μετάβαση του στόλου συνδέεται άμεσα με το κόστος λειτουργίας των αλιέων, την ανταγωνιστικότητα του κλάδου και τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ.

Η δεύτερη ημέρα της συνεδρίασης αφορά περισσότερο στη γεωργία και στις προτάσεις για την ΚΑΠ μετά το 2027. Οι υπουργοί θα συζητήσουν την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας, ενίσχυσης της επικουρικότητας και διατήρησης κοινών ευρωπαϊκών στόχων. Στο τραπέζι θα τεθεί επίσης η κατάσταση της αγοράς, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς ο ευρωπαϊκός γεωργικός τομέας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πιέσεις στο κόστος, στις τιμές, στις εισαγωγές και στη σταθερότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Στα λοιπά θέματα της ημερήσιας διάταξης περιλαμβάνονταν η βιολογική γεωργία, οι τομεακές παρεμβάσεις, ο τομέας των πρωτεϊνών, η κάνναβη, τα πρότυπα εμπορίας, οι εισαγωγικοί δασμοί, οι ασφάλειες και η ενίσχυση της θέσης των γεωργών στην αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων. Πρόκειται για ζητήματα που δείχνουν ότι η νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για τον πρωτογενή τομέα δεν περιορίζεται μόνο στη χρηματοδότηση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της παραγωγής, της αγοράς και της ανθεκτικότητας των αγροτικών και αλιευτικών κοινοτήτων.

Η συνεδρίαση του Συμβουλίου κατέδειξε ότι η ΕΕ βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη περίοδο αποφάσεων. Η βιωσιμότητα, η ανταγωνιστικότητα και η κοινωνική συνοχή καλούνται να συνυπάρξουν σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Για χώρες με ισχυρή αγροτική και αλιευτική παρουσία, όπως η Ελλάδα, οι αποφάσεις αυτές θα έχουν άμεσο ενδιαφέρον, καθώς θα επηρεάσουν τόσο τις δυνατότητες χρηματοδότησης όσο και τους όρους παραγωγής τα επόμενα χρόνια.

 

Εττικέτες:
ΚΑΠ αλιεία ΕΕ