Η ανανέωση των γενεών στη γεωργία αναδεικνύεται σε μία από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής υπαίθρου. Παρά τις πολιτικές στήριξης και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, οι νέοι αγρότες στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν μειοψηφία, ενώ ο γεωργικός τομέας συνεχίζει να πιέζεται από τη δημογραφική γήρανση, το υψηλό κόστος εισόδου στο επάγγελμα και τις δυσκολίες πρόσβασης στη γη.
Σύμφωνα με τη μελέτη «Αλλαγή γενεών στη γεωργία: συγκριτική ανάλυση των επιχειρήσεων που διευθύνονται από νέους γεωργούς σε επιλεγμένες χώρες της ΕΕ», ο αριθμός των νέων γεωργών στην Ευρώπη μειώθηκε από περίπου 1,1 εκατομμύρια το 2016 σε 960.000 το 2023. Την ίδια χρονιά, μόλις το 11% των Ευρωπαίων γεωργών ήταν κάτω των 40 ετών, ενώ οι κάτω των 25 ετών αντιπροσώπευαν περίπου το 1%. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν ένα βαθύ διαρθρωτικό πρόβλημα, που δεν αφορά μόνο την παραγωγή τροφίμων, αλλά και τη συνοχή των αγροτικών περιοχών.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική 2023-2027 επιχειρεί να απαντήσει στην πρόκληση, προβλέποντας περίπου 8,5 δισ. ευρώ δημόσιων δαπανών για τη στήριξη των νέων γεωργών. Τα εργαλεία περιλαμβάνουν συμπληρωματική εισοδηματική στήριξη, ενισχύσεις εκκίνησης, αυξημένη στήριξη για επενδύσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες, κατάρτιση και μέτρα συνεργασίας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς κάθε κράτος μέλος τις συνδυάζει με εθνικές πολιτικές.
Η μελέτη εξετάζει τέσσερις χώρες: Φινλανδία, Ισπανία, Λουξεμβούργο και Πολωνία. Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Στη Φινλανδία, οι νέοι γεωργοί διαχειρίζονται κατά μέσο όρο μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις από τους μεγαλύτερους συναδέλφους τους, περίπου 94 εκτάρια έναντι 69. Η παραγωγή χαρακτηρίζεται από εξειδίκευση, κυρίως στις μεγάλες καλλιέργειες, τα γαλακτοκομικά και την κτηνοτροφία.
Στην Ισπανία, οι νέοι αγρότες διαχειρίζονται επίσης ελαφρώς μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις, 51 εκτάρια έναντι 47. Εκεί κυριαρχούν οι μόνιμες καλλιέργειες, το κρασί, οι μεγάλες καλλιέργειες και η κτηνοτροφία χωρίς γαλακτοπαραγωγή. Οι νεότεροι παραγωγοί φαίνεται να στρέφονται περισσότερο σε εκμεταλλεύσεις βοσκής και κηπευτικά.
Στο Λουξεμβούργο, η διαφορά είναι ακόμη πιο εμφανής: οι νέοι γεωργοί διαχειρίζονται κατά μέσο όρο 109 εκτάρια, έναντι 93 των μεγαλύτερων ηλικιακά αγροτών. Η γαλακτοκομία κατέχει ιδιαίτερη θέση, με τους νέους να εμφανίζονται πιο έντονα σε αυτόν τον τομέα. Αντίθετα, στην Πολωνία οι εκμεταλλεύσεις των νέων και των μεγαλύτερων γεωργών έχουν παρόμοιο μέγεθος, περίπου 21 εκτάρια, με δραστηριότητα κυρίως στις μεγάλες καλλιέργειες και τα γαλακτοκομικά.
Κοινός παρονομαστής και στις τέσσερις χώρες είναι ότι η ΚΑΠ παραμένει κεντρικός μηχανισμός στήριξης. Παράλληλα, όμως, οι εθνικές πολιτικές παίζουν καθοριστικό ρόλο, ιδίως σε ζητήματα χρηματοδότησης, πρόσβασης στη γη, φορολογίας, κληρονομικού δικαίου και συνταξιοδότησης. Η έξοδος των ηλικιωμένων γεωργών από την εκμετάλλευση και η μεταβίβαση γης εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται κυρίως εκτός του πλαισίου της ΚΑΠ, αν και αποτελούν βασική προϋπόθεση για την είσοδο νέων ανθρώπων στον κλάδο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η θέση των γυναικών. Το 2020, μόλις το 26% των γεωργών κάτω των 40 ετών ήταν γυναίκες. Τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν περιλαμβάνουν περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ, δυσκολίες συνδυασμού οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων και επίμονα στερεότυπα.
Η ανανέωση των γενεών δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με επιδοτήσεις. Χρειάζεται συνδυασμός πολιτικών που θα απλοποιεί τις διαδικασίες, θα διευκολύνει την πρόσβαση σε γη και κεφάλαια, θα στηρίζει τις γυναίκες και θα βελτιώνει την ποιότητα ζωής στην ύπαιθρο. Χωρίς βασικές υπηρεσίες, μεταφορές, οικονομικές ευκαιρίες και κοινωνική προοπτική, η γεωργία δύσκολα θα γίνει ελκυστική για τη νέα γενιά.
Καθώς ξεκινά η συζήτηση για την ΚΑΠ της περιόδου 2028-2034, το μήνυμα είναι επείγον: η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο περισσότερους νέους αγρότες. Χρειάζεται ένα περιβάλλον που θα τους επιτρέπει να μείνουν, να επενδύσουν και να χτίσουν βιώσιμες εκμεταλλεύσεις για τις επόμενες δεκαετίες.