Ένωση Αγρινίου

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021 — Κατηγορίες: Επικαιρότητα

Σταθερό το εμπόριο αγροτικών προϊόντων της ΕΕ

Από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2020, η αξία των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων διατροφής στην ΕΕ27 ανήλθε σε 168,5 δισεκατομμύρια ευρώ (αύξηση 0,9% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2019), ενώ η αξία των εισαγωγών αυξήθηκε σε 112,3 δισεκατομμύρια ευρώ (αύξηση 0,4%).

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ΕΕ απολάμβανε πλεόνασμα εμπορίου γεωργικών προϊόντων διατροφής 56,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, αύξηση 2% σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019. Αυτά είναι ευρήματα που δημοσιεύθηκαν σήμερα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη μηνιαία εμπορική έκθεση για τον Ιανουάριο- Νοέμβριος 2020.

Η Κίνα παρέμεινε ο κύριος αναπτυξιακός προορισμός για τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων διατροφής στην ΕΕ, με τη ζήτηση χοιρινού κρέατος, σίτου και βρεφικής τροφής να συμβάλλει στην αύξηση των συνολικών εξαγωγικών αξιών 3,71 δισ. Ένα ευρύ φάσμα προϊόντων οδήγησε σε αύξηση 600 εκατομμυρίων ευρώ στην αξία των εξαγωγών γεωργικών τροφίμων της ΕΕ προς την Ελβετία.

Τα δημητριακά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα οδήγησαν σε αύξηση της αξίας των εξαγωγών προς την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, ιδίως στις περιπτώσεις της Σαουδικής Αραβίας (αύξηση 577 εκατ. Ευρώ), της Αλγερίας (άνοδο 444 εκατ. Ευρώ) και του Μαρόκου ( κατά 412 εκατομμύρια ευρώ).

Η αξία των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 496 εκατομμύρια ευρώ, με τα αλκοολούχα ποτά και το κρασί να επηρεάζονται τα κύρια προϊόντα. Η αξία των εξαγωγών της ΕΕ μειώθηκε επίσης στις περιπτώσεις της Σιγκαπούρης (κατά 357 εκατομμύρια ευρώ) και της Ιαπωνίας (307 εκατομμύρια ευρώ).

Οι εξαγωγές της ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο σημείωσαν ελαφρά αύξηση 15 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με τον Ιανουάριο-Νοέμβριο του 2019. Οι εξαγωγές σιταριού, ζυμαρικών και ζαχαροπλαστικής στην ΕΕ επωφελήθηκαν ιδιαίτερα, αν και οι πωλήσεις κρασιού, οινοπνευματωδών και λικέρ και κρέατος πουλερικών μειώθηκαν. Σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο το 2019, οι εισαγωγές της ΕΕ από το Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκαν κατά 1,44 δισ. Ευρώ. Η πτώση επηρέασε πολλές κατηγορίες προϊόντων, κυρίως αλκοολούχα ποτά και λικέρ.

Ο Καναδάς παρέμεινε μια αναπτυσσόμενη πηγή για τις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων διατροφής στην ΕΕ, με αύξηση 854 εκατομμυρίων ευρώ λόγω της ελαιοκράμβης και του σκληρού σίτου. Οι εισαγωγές από τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 618 εκατομμύρια ευρώ, λόγω των σπόρων σόγιας, ενώ το φοινικέλαιο αυξήθηκε τόσο από την Ινδονησία (κατά 587 εκατομμύρια ευρώ) όσο και από τη Μαλαισία (αύξηση 490 εκατομμύρια ευρώ). Από την άλλη πλευρά, οι τιμές των εισαγωγών μειώθηκαν σε σχέση με τα αγροδιατροφικά προϊόντα από την Ουκρανία (κατά 806 εκατομμύρια ευρώ), τις ΗΠΑ (698 εκατομμύρια ευρώ) και την Ινδία (244 εκατομμύρια ευρώ).

Όσον αφορά τις κατηγορίες προϊόντων, μειώθηκαν οι τιμές εισαγωγής χονδροειδών σπόρων (κατά 1,14 δισεκατομμύρια ευρώ), οινοπνευματωδών ποτών και λικέρ (494 εκατομμύρια ευρώ), κέικ λαδιού (384 εκατομμύρια ευρώ) και βόειο κρέας (381 εκατομμύρια ευρώ). Εν τω μεταξύ, οι τιμές εισαγωγής αυξήθηκαν για φρέσκα και αποξηραμένα τροπικά φρούτα (αύξηση 586 εκατ. Ευρώ), φοινικέλαιο και φοινικέλαιο (έως 690 εκατ. Ευρώ), και λιπαρά οξέα και κεριά (αύξηση 673 εκατ. Ευρώ)

Η πανδημία COVID-19 συνέχισε να επηρεάζει τις εξαγωγικές αξίες οινοπνευματωδών ποτών και λικέρ της ΕΕ (μειώνοντας κατά 1,54 δισεκατομμύρια ευρώ) και το κρασί (κατά 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Άλλες κατηγορίες προϊόντων που παρουσίασαν πτώση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν τα ακατέργαστα δέρματα (μείωση κατά 604 εκατομμύρια ευρώ), το βαμβάκι (πτώση 382 εκατομμύρια ευρώ) και το κρέας πουλερικών (πτώση 287 εκατομμύρια ευρώ).

Όσον αφορά τις εξαγωγές, το χοιρινό κρέας και το σιτάρι εξακολούθησαν να είναι οι ισχυρότερες κατηγορίες προϊόντων, με αύξηση 2,12 δισεκατομμυρίων ευρώ και 1,59 δισεκατομμυρίων ευρώ αντίστοιχα. Άλλες αναπτυσσόμενες κατηγορίες προϊόντων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν οι τροφές για κατοικίδια (αύξηση κατά 463 εκατομμύρια ευρώ), το κραμβέλαιο και το ηλιέλαιο (έως 389 εκατομμύρια ευρώ) και τα ζυμαρικά και τα ζαχαροπλαστικά (έως 340 εκατομμύρια ευρώ).