Ένωση Αγρινίου

Παρασκευή, 09 Ιανουάριος 2015 — Κατηγορίες: Ανακοινώσεις

Η ΚΥΑ για τα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης

Αναλυτικά οι προδιαγραφές και του περιεχόμενο των προσωρινών Διαχειριστικών Σχεδίων Βόσκησης, όπως  καθορίζονται στη νέα κοινή υπουργική απόφαση που υπογράφουν οι αναπληρωτές υπουργοί Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος.

εα (1)

 

Στόχος είναι η αειφορική κάρπωση προς όφελος της βιώσιμης ανάπτυξης της κτηνοτροφίας, αλλά και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, η απογραφή της φυσιογνωμίας, του καθεστώτος χρήσης και του παραγωγικού δυναμικού των βοσκότοπων σε πανελλαδική εμβέλεια με σύγχρονες τεχνολογίες, προκειμένου να γίνει καταγραφή της επιφάνειας τους, ο κατ’ εκτίμηση υπολογισμός της βοσκοϊκανότητάς τους και η αποτύπωση της λιβαδικής κατάστασης, ώστε να γίνεται ορθολογική και βασισμένη σε επιστημονικά κριτήρια διαχείριση.

Αναλυτικά:

Η παρούσα απόφαση αποσκοπεί στον καθορισμό των προδιαγραφών και του περιεχομένου των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 60 του Ν. 4264/2014, σε συνδυασμό και με την παρ. 4 του άρθρου 103 του Ν.δ. 86/1969, όπως ισχύει.

Οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης στοχεύουν στην υλοποίηση μιας αναγνωριστικής μελέτης του βοσκότοπου με έμφαση στην καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης ως κριτήριο ενδεχόμενων διορθωτικών παρεμβάσεων που πρέπει να εφαρμοστούν, με σκοπό την αειφορική κάρπωση του προς όφελος της βιώσιμης ανάπτυξης της κτηνοτροφίας αφενός και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, αφετέρου, όπως αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 103 του Ν.δ. 86/1969. Στόχος των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης είναι η απογραφή της φυσιογνωμίας, του καθεστώτος χρήσης και του παραγωγικού δυναμικού των βοσκότοπων σε πανελλαδική εμβέλεια με σύγχρονες τεχνολογίες, προκειμένου να γίνει καταγραφή της επιφάνειας τους, ο κατ’ εκτίμηση υπολογισμός της βοσκοϊκανότητάς τους και η αποτύπωση της λιβαδικής κατάστασης, ώστε να γίνεται ορθολογική και βασισμένη σε επιστημονικά κριτήρια διαχείριση.

Σύνταξη των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης

Τα προσωρινά διαχειριστικά σχέδια βόσκησης συντάσσονται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθ. 103 του Ν.δ. 86/1969, ως εξής:

  1. Για τις Ιδιωτικές εκτάσεις με κύρια χρήση τη βοσκή, μερίμνη των ιδιοκτητών τους.
  2. Για τις Δημόσιες εκτάσεις (Δημοσίου και ΝΠΔΔ), μερίμνη των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων και σε περίπτωση αδυναμίας τους από τις οικείες Περιφερειακές Ενότητες, οι οποίες συντάσσουν ένα προσωρινό διαχειριστικό σχέδιο βόσκησης ανά Δήμο, όπως αυτοί υφίστανται σε επίπεδο διαίρεσης σύμφωνα με το Ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87/Α΄/7−6−2010) «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης−Πρόγραμμα Καλλικράτης».

Προσάρτηση των προδιαγραφών και του περιεχομένου των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης

Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης όπως ακολουθούν στο Κεφάλαιο Β' όπου και παρατίθενται οι προδιαγραφές και το περιεχόμενο των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης και των παραρτημάτων αυτού.

Διευκρινιστικά στοιχεία

  1. Η αναφερόμενη στην ενότητα 5 «Ταξινόμηση των βοσκοτόπων» του διαγράμματος ύλης των προδιαγραφών (Κεφάλαιο Β΄ της παρούσας απόφασης), γίνεται για τους σκοπούς της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης και μόνο και δεν αποτελεί χαρακτηρισμό έκτασης, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 ως ισχύει και της κατάρτισης των δασικών χαρτών, αλλά κατατάσσει τους βοσκότοπους ανάλογα με τον τύπο βλάστησης, που εξαρτάται από την επικρατούσα βλάστηση με σκοπό την κτηνοτροφική χρήση.
  2. Η εκτίμηση της παρούσας βοσκοϊκανότητας με βάση την προσεγγιστική μέθοδο όπως αυτή περιγράφεται στην ενότητα 6 «Παρούσα βοσκοϊκανότητα» του διαγράμματος ύλης των προδιαγραφών (Κεφάλαιο Β της παρούσας απόφασης) και ο αντίστοιχος πίνακας 3 του παραρτήματος Ι, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες εφαρμογής της παρούσας απόφασης και για τη σύνταξη των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Η εκτιμώμενη παρούσα βοσκοϊκανότητα αποτελεί εργαλείο αποτύπωσης της παρούσας κατάστασης του βοσκότοπου και δεν αντικαθιστά τα αναγνωρισμένα πειραματικά πρωτόκολλα και μεθόδους εργασίας πεδίου.

Προδιαγραφές και περιεχόμενο των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης

  1. Εισαγωγή
  2. Χρήσεις γης − Οριοθέτηση βοσκοτόπων
  3. Κοινωνικά δεδομένα
  4. Φυσικές συνθήκες 5. Ταξινόμηση των βοσκοτόπων
  5. Παρούσα βοσκοϊκανότητα
  6. Ζωικό κεφάλαιο − −Συνθήκες βόσκησης
  7. Βοσκοφόρτωση
  8. Υφιστάμενες υποδομές − θέσεις ύδρευσης
  9. Αξιολόγηση λιβαδικής κατάστασης
  10. Διαπιστώσεις− Συμπεράσματα − Προτάσεις

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΥΛΗΣ

Προσωρινών Διαχειριστικών Σχεδίων Βόσκησης

  1. Εισαγωγή

Στην εισαγωγή αναλύεται ο σκοπός του συγκεκριμένου προσωρινού σχεδίου διαχείρισης. Στη συνέχεια αναφέρεται αν υπάρχουν μελέτες για βοσκότοπους που έχουν εκπονηθεί και εφαρμοστεί στο παρελθόν για την περιοχή και τα έργα υποδομής που έχουν υλοποιηθεί.

Επιπρόσθετα, καταγράφονται οι τυχόν διαχειριστικές μελέτες δασικών συμπλεγμάτων και διευθέτησης ορεινών υδάτων που υπάρχουν για την περιοχή καθώς και σχετικές πράξεις της διοίκησης που έχουν εκδοθεί και επηρεάζουν τη διαχείριση των βοσκοτόπων (π.χ. αποφάσεις κήρυξης αναδασωτέων, απαγορεύσεις βοσκής, πρωτόκολλα εγκατάστασης επιτρεπτών επεμβάσεων, κ.λπ.). Η περιοχή μελέτης επισημαίνεται σε ένα χάρτη προσανατολισμού με κλίμακα 1:100.000 που συντάσσεται για το σκοπό αυτό.

  1. Χρήσεις γης − Οριοθέτηση βοσκότοπων

Συντάσσεται πίνακας των χρήσεων γης του υπό μελέτη Δήμου με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., σύμφωνα με τον πίνακα 1 του παραρτήματος. Ειδικά για την κατηγορία των βοσκοτόπων, αναγράφεται στον πίνακα και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς με βάση πληροφορίες που λαμβάνονται από το Δήμο και το Δασαρχείο της περιοχής. Η αναφορά στους ιδιωτικούς βοσκότοπους περιορίζεται μόνο στην καταγραφή. Σχολιάζεται αν η έκταση των βοσκοτόπων του πίνακα αυτού συμπίπτει με εκείνη που ο Δήμος χρησιμοποιεί επίσημα για κατανομή στους δημότες − κτηνοτρόφους του. Αν δεν συμπίπτει, αναφέρεται ποια άλλη έκταση χρησιμοποιεί ο Δήμος.

Στη συνέχεια, οριοθετούνται τα διοικητικά όρια του Δήμου και αποτυπώνονται στο σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ '87, σε τοπογραφικό χάρτη κλίμακας 1:25.000. Στο χάρτη αυτό μεταφέρονται (χαρτογραφούνται) οι κατηγορίες βλάστησης που εμπίπτουν στην κατηγορία των βοσκοτόπων με το σύστημα CORINE, εμβαδομετρούνται και αναγράφονται στον πίνακα 2 του παραρτήματος.

Η συνολική τους έκταση συγκρίνεται με εκείνη της ΕΛ.ΣΤΑΤ. του πίνακα 1 και διατυπώνονται τα ανάλογα σχόλια. Τέλος, μεταφέρονται στο χάρτη οι επιλέξιμες βοσκήσιμες εκτάσεις από το χαρτογραφικό υπόβαθρο του ΟΠΕΚΕΠΕ για το συγκεκριμένο Δήμο, εμβαδομετρούνται και αναγράφονται στον πίνακα 2 με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε κατηγορία βλάστησης του CORINE να αντιστοιχεί σε μια από τις τέσσερις κατηγορίες επιλεξιμότητας (0−37,5−62,5−100) του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι διαφορές μεταξύ χαρτογραφημένων και επιλέξιμων βοσκοτόπων αξιολογούνται και σχολιάζονται. Συμπληρωματικά, περιγράφονται οι περιοχές που τελούν υπό καθεστώς προστασίας της φύσης και οι αναδασωτέες εκτάσεις για την περιοχή, εφόσον υφίστανται. Τα γεωγραφικά όρια των προστατευόμενων περιοχών τοποθετούνται στον παραπάνω χάρτη φυτοκάλυψης.

  1. Κοινωνικά δεδομένα

Γίνεται μια γενική αναφορά στη διάβρωση των κοινωνικών στοιχείων της περιοχής με σκοπό να επισημανθεί η σημασία ή μη της κτηνοτροφίας στο Δήμο.

Καταγράφεται ο αριθμός των μονίμων κατοίκων του Δήμου, ο αριθμός των κατ’ επάγγελμα κτηνοτρόφων και των αντίστοιχων οικογενειών τους. Καταγράφονται, επιπλέον, οι ετεροδημότες κτηνοτρόφοι, εφόσον χρησιμοποιούν τους βοσκότοπους του Δήμου.

  1. Φυσικές συνθήκες

Περιγράφεται η ορεογραφική διαμόρφωση της περιοχής μελέτης και καταγράφεται η υψομετρική ζώνη στην οποία υπάγεται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (πεδινή, ημιορεινή και ορεινή). Γίνεται μια συνοπτική γενική γεωλογική περιγραφή με βάση τα στοιχεία των γεωλογικών χαρτών του ΙΓΜΕ.

Τέλος, περιγράφεται το κλίμα της περιοχής σύμφωνα με τα γενικά δεδομένα που παρέχονται από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία .

  1. Ταξινόμηση των βοσκοτόπων

Οι επτά κατηγορίες (κωδικοί) βλάστησης του CORINE του πίνακα 2 που εμπίπτουν στους βοσκότοπους ταξινομούνται στους τέσσερις τύπους λιβαδιών (βοσκοτόπων) με βάση τη φυσιογνωμία και τη γενική όψη της βλάστησης, ως εξής:

  • Ποολίβαδα (χορτολιβαδικές εκτάσεις στις οποίες επικρατούν τα ποώδη φυτά με ποσοστό κάλυψης του εδάφους > 85%)
  • Φρυγανολίβαδα {εκτάσεις στην ξηροθερμική ζώνη της χώρας, στις οποίες κυριαρχούν τα φρύγανα, δηλ. ημίθαμνοι με ύψος < 1 μ. − Κύρια είδη φρύγανων είναι η αστοιβίδα Sarcopoterium spinosum), η ασφάκα (Phlomis fruticosa), η γαλατοστοιβιά (Eupforbia acanthothamnos), το θυμάρι (Corydothymus capitatus) και η λαδανιά (Cistus spp.)}
  • Θαμνολίβαδα (εκτάσεις όπου κυριαρχούν οι θάμνοι με ύψος < 3 μ.)
  • Δασολίβαδα ή μερικώς δασοσκεπή λιβάδια {εκτάσεις που καλύπτονται από δασικά δενδρώδη είδη (ύψος > 3 μ.) στον ανώροφο με κάλυψη μέχρι 40% και από ποώδη ή ξυλώδη ή μικτό υπόροφο}.

Η ταξινόμηση αυτή γίνεται με τη βοήθεια πρόσφατων χαρτών βλάστησης, αεροφωτογραφιών ή δορυφορικών εικόνων, αλλά και επιτόπιων παρατηρήσεων στην περιοχή μελέτης. Στη συνέχεια, οι τύποι που ταξινομήθηκαν μεταφέρονται στο χάρτη της βλάστησης (ενότητα 2), εμβαδομετρούνται και αναγράφονται στον πίνακα 2 του παραρτήματος σε τρόπο ώστε κάθε κατηγορία βλάστησης του CORINE να αντιστοιχεί σε ένα από τους τέσσερις τύπους λιβαδιού (ποολίβαδα, φρυγανολίβαδα, θαμνολίβαδα, δασολίβαδα).

Σε περίπτωση που κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες βλάστησης του CORINE δεν εμπίπτει στους τέσσερις τύπους λιβαδιών, είτε γιατί έχει απογυμνωθεί, είτε γιατί έχει δασωθεί (κάλυψη δένδρων στον ανώροφο >40%), τότε ο μελετητής χρησιμοποιεί δύο επιπλέον κατηγορίες, βράχοι και δάση αντίστοιχα, τις οποίες χαρτογραφεί μεν, αλλά δεν τις υπολογίζει στους βοσκότοπους.

  1. Παρούσα βοσκοϊκανότητα

Ως παρούσα βοσκοϊκανότητα ορίζεται ο μέγιστος αριθμός ζώων που μπορούν να βοσκήσουν σε μια λιβαδική έκταση με την σημερινή της κατάσταση για ορισμένο χρόνο και να παράγουν το μέγιστο δυνατό χωρίς αρνητικές επιδράσεις στην παραγωγή βοσκήσιμης ύλης και στην παραγωγικότητα του εδάφους. Μονάδα μέτρησης της βοσκοϊκανότητας είναι η Μηνιαία Ζωική Μονάδα (ΜΖΜ), δηλ. οι τροφικές απαιτήσεις σε (ξηρή) βοσκήσιμη ύλη μιας ώριμης αγελάδας για ένα μήνα.

Η παρούσα βοσκοϊκανότητα εκτιμάται για κάθε τύπο λιβαδιού, όπως χαρτογραφήθηκε, με βάση την προσεγγιστική μέθοδο, η οποία στηρίζεται στη χρησιμοποίηση της βιβλιογραφίας. Επισυνάπτεται για το σκοπό αυτό ο πίνακας 3 στο παράρτημα με τις παρούσες βοσκοϊκανότητες των τεσσάρων τύπων λιβαδιού στις τρεις κύριες υψομετρικές ζώνες της χώρας, ύστερα από ανθολόγηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας για τη λιβαδική παραγωγή από ερευνητικές εργασίες που έγιναν σε όλη την Ελλάδα. Στην περίπτωση που ο βοσκότοπος έχει περισσότερους του ενός τύπους λιβαδιού, τότε εκτιμάται η βοσκοϊκανότητα για κάθε τύπο και εξάγεται ένας γενικός μέσος όρος για ολόκληρη την περιοχή.

Η εκτίμηση της βοσκοϊκανότητας στον πίνακα γίνεται σύμφωνα με τις παρακάτω παραδοχές (βασισμένες επίσης στη βιβλιογραφία):

  • Ως βοσκήσιμη ύλη λαμβάνεται το 50% της συνολικής παραγωγής του βοσκότοπου στα ποολίβαδα, φρυγανολίβαδα και δασολίβαδα και το 65% στα θαμνολίβαδα.
  • Η αντιστοιχία μεταξύ μιας (μεγάλης) Ζωικής Μονάδας (ΖΜ) (ώριμης αγελάδας) και μιας (μικρής) ζωικής μονάδας (ζμ) (προβατίνας ή γίδας) υπολογίζεται ως εξής: 1 ΖΜ = 6,66 ζμ ή 1 ζμ = 0,15ΖΜ.
  • Οι ημερήσιες ανάγκες σε βοσκήσιμη ύλη μιας ώριμης αγελάδας υπολογίζονται σε 10 χλγ. ξηρής ουσίας και οι μηνιαίες αντίστοιχα σε 300 χλγ. Αντίστοιχα, οι ημερήσιες ανάγκες σε βοσκήσιμη ύλη ενός προβάτου ή μιας γίδας υπολογίζονται σε 1,5 χλγ. ξηρής ουσίας και οι μηνιαίες σε 45 χλγ.

Παράδειγμα εκτίμησης βοσκοϊκανότητας:

Επειδή οι τιμές του πίνακα εκφράζουν μια μέση κατάσταση, είναι σκόπιμο ο μελετητής να επιδιώξει να χρησιμοποιήσει τοπικά στοιχεία για την παραγωγή βοσκήσιμης ύλης, αν υπάρχουν διαθέσιμα, από ερευνητικές εργασίες που έχουν γίνει στην περιοχή μελέτης ή σε παρεμφερών κλιματεδαφικών συνθηκών περιοχές της χώρας.

Στην περίπτωση αυτή θα υπολογιστεί η βοσκοϊκανότητα ως εξής:

Έστω ότι η λιβαδική παραγωγή σε ένα βοσκότοπο βρέθηκε ίση με 150 χλγ/στρ. Αν ο βοσκότοπος ανήκει στα ποολίβαδα, η βοσκήσιμη ύλη θα είναι 75χλγ/στρ. (αν υπάρχουν και άλλοι τύποι λιβαδιού, τότε λαμβάνεται ένας μέσος όρος). Εφόσον οι απαιτήσεις σε βοσκήσιμη ύλη για ένα Μήνα μιας Ζωικής Μονάδας είναι ίσες με 300 χλγ., η βοσκοϊκανότητα υπολογίζεται σε75/300=0,25 ΜΖΜ/στρέμμα ή 300/75=4,0 στρέμματα/ΜΖΜ

  1. Ζωικό Κεφάλαιο − −Συνθήκες βόσκησης

Με βάση τα στοιχεία του Δήμου συμπληρώνεται ο πίνακας 4 του παραρτήματος για το ζωικό κεφάλαιο, των δημοτών και ετεροδημοτών. Στον πίνακα αυτό αναγράφονται μόνο τα ζώα που αξιοποιούν τους βοσκότοπους του Δήμου, δηλ. τα βοοειδή ελεύθερης βοσκής τα ποιμνιακά πρόβατα και γίδια που δεν μετακινούνται εκτός Δήμου, αλλά και όσα μετακινούνται (νομαδικά),τα τυχόν ιπποειδή και οι χοίροι που βόσκουν ελεύθερα στους βοσκότοπους, όχι όμως στα δάση. Τα στοιχεία αυτά συγκρίνονται με τα στοιχεία που έχουν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα εκείνες που χορηγούν τις επιδοτήσεις, και γίνονται οι ανάλογες διορθώσεις.

Για τη μελέτη των συνθηκών βόσκησης, ο μελετητής θα πρέπει να έρθει σε επαφή με τους κτηνοτρόφους και άλλους σχετικούς φορείς ή φυσικά πρόσωπα που έχουν σχέση με την κτηνοτροφία της περιοχής μελέτης.

Σχετικές πληροφορίες μπορεί να συλλέξει αν επιλέξει ορισμένους αντιπροσωπευτικούς κτηνοτρόφους και συμπληρώσει μαζί τους το ερωτηματολόγιο του πίνακα5 στο παράρτημα. Από το ερωτηματολόγιο αυτό ο μελετητής θα πληροφορηθεί για το σύστημα εκτροφής των ζώων στην περιοχή μελέτης και ιδιαίτερα για τις τοποθεσίες και το χρόνο βόσκησης των ζώων.

  1. Βοσκοφόρτωση

Ως βοσκοφόρτωση ορίζεται ο πραγματικός αριθμός ζώων που χρησιμοποιεί το βοσκότοπο για μια δεδομένη χρονική περίοδο και εκφράζεται με τις ίδιες μονάδες, όπως και η βοσκοϊκανότητα (δηλ. σε Μηνιαίες Ζωικές Μονάδες−ΜΖΜ).

Για τον υπολογισμό της βοσκοφόρτωσης χρησιμοποιούνται τα στοιχεία του πίνακα 4, στον οποίο αναγράφεται το ζωικό κεφάλαιο που βόσκει πραγματικά στους βοσκότοπους και όχι αναγκαστικά τα ζώα που δηλώνονται από τον οικείο Δήμο με βάση το δικαίωμα βοσκής. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και επιτόπου(ή δια μέσου των ερωτηματολογίων του πίνακα 5) για να διασφαλιστεί ότι πράγματι τα δηλωμένα ζώα αξιοποιούντο βοσκότοπο. Για τη σύνταξη του σχεδίου διαχείρισης θα λαμβάνεται υπόψη η τελευταία δήλωση που υπέβαλε ο Δήμος. Ο υπολογισμός αυτός μπορεί να γίνεται για το σύνολο των βοσκοτόπων του Δήμου.

Παράδειγμα προσδιορισμού βοσκοφόρτωσης:

Έστω ότι ένας βοσκότοπος έχει έκταση 1000 στρεμμάτων και βόσκεται από 80 Ζωικές Μονάδες για έξι (6) μήνες το χρόνο. Η βοσκοφόρτωση υπολογίζεται σε 80ΖΜ *6 μήνες/1000 = 480 ΜΖΜ /1000 = 0,48 ΜΖΜ/στρ. ή 1000 στρέμματα/480 ΜΖΜ ~ 2,1 στρέμματα/ΜΖΜ.

  1. Υφιστάμενες υποδομές − Θέσεις ύδρευσης

Περιγράφονται οι υφιστάμενες υποδομές (δρόμοι προσπέλασης, καταλύματα για τους κτηνοτρόφους, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, κ.λπ.) και αξιολογούνται ως προς την επάρκεια τους και την ανάγκη συντήρησης τους. Οι υποδομές θα πρέπει να εμφανίζονται και στο χάρτη βλάστησης. Επιπλέον, περιγράφονται οι υδρολογικές συνθήκες της περιοχής με ιδιαίτερη έμφαση στην καταγραφή των υπαρχόντων ρεμάτων, πηγών, υδατοσυλλογών ή σχετικών τεχνικών έργων (ταμιευτήρες, ποτίστρες) απαραίτητων για την ύδρευση των ζώων.

10.  Αξιολόγηση λιβαδικής κατάστασης

Ως λιβαδική κατάσταση ορίζεται η παρούσα παραγωγικότητα του βοσκοτόπου σε σχέση με το δυναμικό του.

Αν ο βοσκότοπος παράγει 71−100% του δυναμικού του, τότε βρίσκεται σε καλή κατάσταση και δε χρειάζεται βελτίωση. Αν παράγει <40% του δυναμικού του, τότε βρίσκεται σε κακή κατάσταση, οπότε χρειάζεται ριζική βελτίωση, ενώ όταν παράγει 41−70% του δυναμικού του, τότε βρίσκεται σε μέτρια κατάσταση και χρειάζεται μέτρια βελτίωση. Για το χαρακτηρισμό της λιβαδικής κατάστασης του βοσκοτόπου χρησιμοποιούνται ορισμένα μακροσκοπικά κριτήρια της βλάστησης και του εδάφους, όπως φαίνονται στον πίνακα 6.

Με την προοπτική σύνταξης του οριστικού σχεδίου διαχείρισης της βόσκησης θα πρέπει ο μελετητής να αποτυπώσει φωτογραφικά τους διάφορους τύπους λιβαδικής βλάστησης που απαντούν στην περιοχή μελέτης, να τους αξιολογήσει ως προς τη λιβαδική τους κατάσταση, σύμφωνα με τα κριτήρια του πίνακα 6 του παραρτήματος και να τις επισυνάψει στη μελέτη. Οι φωτογραφίες αυτές θα βοηθήσουν τον μελετητή του οριστικού σχεδίου διαχείρισης να κρίνει την πορεία της λιβαδικής κατάστασης κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από η σύνταξη του προσωρινού και να προσαρμόσει ανάλογα τη βοσκοϊκανότητα των βοσκοτόπων.

11.   Διαπιστώσεις− Συμπεράσματα − Προτάσεις

Συγκρίνεται η εκτιμηθείσα βοσκοφόρτωση με την εκτιμηθείσα βοσκοϊκανότητα των βοσκοτόπων του Δήμου.

Αν η βοσκοφόρτωση βρεθεί ίση περίπου με τη βοσκοϊκανότητα, αυτό σημαίνει ότι η αξιοποίηση των βοσκοτόπων γίνεται ορθολογικά. Αντίθετα, αν η βοσκοφόρτωση βρεθεί μεγαλύτερη από τη βοσκοϊκανότητα, τότε υπάρχει υπερβόσκηση, ενώ αν βρεθεί μικρότερη αυτό υποδεικνύει υποβόσκηση. Ο μελετητής αξιολογεί τα ευρήματα αυτά και κάνει διάφορες διαπιστώσεις σχετικά με τον τρόπο που ασκείται η διαχείριση των βοσκοτόπων στο Δήμο σχολιάζοντας παράλληλα και την επάρκεια ή μη των έργων υποδομής. Επίσης, σχολιάζει αν οι επιλέξιμοι βοσκότοποι του ΟΠΕΚΕΠΕ για το Δήμο επαρκούν ή όχι για να καλύψουν τα δικαιώματα των κτηνοτρόφων και σε περίπτωση που δεν επαρκούν προτείνει σχετική λύση για το θέμα. Διατυπώνει τα συμπεράσματα της μελέτης και προτείνει λύσεις για τα ιδιαίτερα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια του οριστικού σχεδίου διαχείρισης της βόσκησης.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι το προσωρινό σχέδιο διαχείρισης της βόσκησης δεν είναι δυνατό να ρυθμίσει την κατά χώρο και χρόνο οργάνωση της βόσκησης. Κι αυτό γιατί το σχέδιο αυτό αποτελεί στην ουσία μια αναγνωριστική μελέτη των βοσκοτόπων με έμφαση στην καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης, ως κριτήριο ενδεχόμενων διορθωτικών παρεμβάσεων που πρέπει να εφαρμοστούν. Μπορεί όμως ο μελετητής να εκφράσει τις απόψεις του με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε από τα ερωτηματολόγια σχετικά με το πώς μπορεί να γίνει η ρύθμιση αυτή. Συγκεκριμένα εκφράζει το επιδιωκόμενο − αναμενόμενο αποτέλεσμα που πρέπει να είναι η εφαρμογή μιας ορθολογικής διαχείρισης των βοσκοτόπων προς όφελος της κτηνοτροφίας του Δήμου, αλλά και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.